αγγειολογικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγγειολογικά < αγγειολογικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]αγγειολογικά
- σχετικά με την αγγειολογία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγειολογικά