αγγειοοίδημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγειοοίδημα αγγειοοιδήματα
γενική αγγειοοιδήματος αγγειοοιδημάτων
αιτιατική αγγειοοίδημα αγγειοοιδήματα
κλητική αγγειοοίδημα αγγειοοιδήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγειοοίδημα < αγγείο + -ο- + οίδημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγειοοίδημα ουδέτερο

  • (ιατρική) οίδημα που εμφανίζεται από διάφορες αιτίες (συνήθως αλλεργία) με διόγκωση των βλεννογόνων στα χείλη, τη γλώσσα, τα βλέφαρα κ.α. και προκαλεί κνίδωση
    Μία από τις σπάνιες παθήσεις είναι και το κληρονομικό αγγειοοίδημα. Με τον όρο αγγειοοίδημα ονομάζουμε την αιφνίδια και βραχείας διάρκειας διόγκωση του δέρματος και των βλεννογόνων. Το κληρονομικό αγγειοοίδημα αποτελεί μια σπάνια γενετική διαταραχή, η οποία εκτιμάται ότι προσβάλλει 10.000 - 50.000 άτομα στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και 120 - 200 Έλληνες. (*)

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]