αγγειοπλάστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

αγγειοπλάστη αρσενικό

  1. αγγειοπλάστης, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού