αγγειόσπασμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγειόσπασμος < αγγείον + σπασμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγειόσπασμος αρσενικό

  1. (ιατρ.) σπαστική συστολή του μυικού χιτώνα του αγγείου, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα μια απότομη τοπική αγγειοσυστολή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]