αγγειώματος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

αγγειώματος ουδέτερο

  1. αγγείωμα, στη γενική του ενικού