αγγελιαφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Lua error in Module:el-nouns-decl at line 343: attempt to concatenate field 'κεΛ' (a nil value).

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγελιαφόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγγελιαφόρος [1] ἀγγελια- < + -φόρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋ.ɟe.li.aˈfo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγ‐γε‐λι‐α‐φό‐ρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγελιαφόρος αρσενικό ή θηλυκό

  • αρχική μορφή του αγγελιοφόρος
    ※  Δε γράφει τίποτε άλλο εκτός πως είσαι εμπιστευμένος μου αγγελιαφόρος και πως εσύ θα του μεταδώσεις τις θελήσεις μου και τις αποφάσεις μου. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]