αγγελιοφόρο RNA
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγγελιοφόρο RNA | ||
| γενική | του | αγγελιοφόρου RNA | ||
| αιτιατική | το | αγγελιοφόρο RNA | ||
| κλητική | αγγελιοφόρο RNA | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγγελιοφόρο RNA < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική messenger RNA. → δείτε και τις λέξεις αγγελιοφόρος και RNA.
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]αγγελιοφόρο RNA ουδέτερο, μόνο στον ενικό
- (βιοχημεία) το RNA που κωδικοποιεί και μεταφέρει πληροφορίες από το DNA κατά τη μεταγραφή στις θέσεις πρωτεϊνοσύνθεσης για να υποστεί μετάφραση ώστε να σχηματιστεί μια πρωτεΐνη
- ※ Η γρίπη καταφθάνει στο βόρειο ημισφαίριο και μαζί της η εκστρατεία εμβολιασμού. Μέχρι τώρα τα εμβόλια εναντίον αυτού του ιού χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες γνωστές, αλλά όχι 100% αποτελεσματικές, και η εμφάνιση των εμβολίων με αγγελιοφόρο RNA μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.
- Γρίπη – Έρχεται ο εμβολιασμός με RNA;, Το Βήμα, 15 Οκτωβρίου 2021
- ※ Η γρίπη καταφθάνει στο βόρειο ημισφαίριο και μαζί της η εκστρατεία εμβολιασμού. Μέχρι τώρα τα εμβόλια εναντίον αυτού του ιού χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες γνωστές, αλλά όχι 100% αποτελεσματικές, και η εμφάνιση των εμβολίων με αγγελιοφόρο RNA μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγελιοφόρο RNA
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγγελιοφόρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιοχημεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)