αγγελοβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγελοβλέπω < αγγελο- + βλέπω.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγγελοβλέπω

  • βλέπω τον άγγελο του θανάτου, πεθαίνω, ψυχορραγώ.
    Αφησέ τον ήσυχο! Δε καταλαβαίνεις ότι αγγελοβλέπει;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]