αγγελοβλεπούσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγελοβλεπούσα < αγγελοβλέπω < αγγελο- + βλέπ(ω) + -ούσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγελοβλεπούσα θηλυκό

Όμορφη γλυκιά μου αγγελοβλεπούσα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]