αγγελολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγγελολογία < αγγλική angelology.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε αγγελο- + -λογία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋ.ɟe.lo.loˈʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αγ‐γε‐λο‐λο‐γί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγγελολογία θηλυκό
- (θεολογία) κλάδος της θεολογίας που μελετά το ιεραρχικό σύστημα των αγγέλων
- ※ Εξάλλου η ιδέα της τιμωρίας ή της ανταμοιβής της ψυχής του χριστιανισμού στο Καθαρτήριο ή στον Παράδεισο, καθώς και η επικείμενη επάνοδος του Ιησού ως βασιλέως για να καταργήσει διά παντός το βασίλειο του θανάτου, μοιάζουν να προέρχονται απευθείας από τον ζωροαστρισμό (μαζί και όλη η περίτεχνη αγγελολογία που συνοδεύει τη χριστιανική θρησκεία, όπως άλλωστε και τον όψιμο ιουδαϊσμό και το Ισλάμ).
- Φώτης Τερζάκης, Η αποδοχή του θανάτου και οι ταλαιπωρίες της ψυχής, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Εξάλλου η ιδέα της τιμωρίας ή της ανταμοιβής της ψυχής του χριστιανισμού στο Καθαρτήριο ή στον Παράδεισο, καθώς και η επικείμενη επάνοδος του Ιησού ως βασιλέως για να καταργήσει διά παντός το βασίλειο του θανάτου, μοιάζουν να προέρχονται απευθείας από τον ζωροαστρισμό (μαζί και όλη η περίτεχνη αγγελολογία που συνοδεύει τη χριστιανική θρησκεία, όπως άλλωστε και τον όψιμο ιουδαϊσμό και το Ισλάμ).
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη άγγελος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγελολογία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγγελολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγγελο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -λογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θεολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)