Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγγελούδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγγελούδι τα αγγελούδια
      γενική
    αιτιατική το αγγελούδι τα αγγελούδια
     κλητική αγγελούδι αγγελούδια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αγγελούδια

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγγελούδι < άγγελ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούδι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.ɟeˈlu.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγγελούδι
ομόηχο: Αγγελούδη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγγελούδι ουδέτερο

  1. μικρός άγγελος
  2. (μεταφορικά) όμορφο μωρό
  3. (μεταφορικά) ήρεμο παιδί
      Μπορεί ένα παιδί να γεννηθεί κακό; Ή μήπως ο λανθασμένος τρόπος ανατροφής εξηγεί γιατί το αγγελούδι γίνεται μεγαλώνοντας κακοποιό στοιχείο;
    Από πού πηγάζει η ανθρώπινη κακία;, Η Καθημερινή, 17 Ιουλίου 2011
  4. (κατ’ επέκταση) το μικρό παιδί
    παράδειγμα  κοιμήσου αγγελούδι μου... (νανούρισμα)
  5. (μεταφορικά, ειρωνικό) το μεγάλο παιδί (ο ενήλικος) που φέρεται εξαιρετικά βολικά και θετικά
    παράδειγμα  Σαν αγγελούδι είσαι σήμερα. Τι μου κρυβεις;

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]