αγγελόκρουσμα

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγελόκρουσμα αγγελοκρούσματα
γενική αγγελοκρούσματος αγγελοκρουσμάτων
αιτιατική αγγελόκρουσμα αγγελοκρούσματα
κλητική αγγελόκρουσμα αγγελοκρούσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

αγγελόκρουσμα < (αγγελοκρούω) αγγελό-κρουσ- + -μα ([κρούσμα]])

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

ΔΦΑ : /aŋ.ɟεˈlɔ.kɾu.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

αγγελόκρουσμα ουδέτερο

  1. η μάχη που δίνει κανείς με το θάνατο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο επιθανάτιος ρόγχος
  2. ο αιφνίδιος τρόμος
  3. (μεταφορικά) η επιληψία

Συνώνυμα[edit]

Συγγενικές λέξεις[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]