αγγιγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγγιγμένος αγγιγμένη αγγιγμένο
γενική αγγιγμένου αγγιγμένης αγγιγμένου
αιτιατική αγγιγμένο αγγιγμένη αγγιγμένο
κλητική αγγιγμένε αγγιγμένη αγγιγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγγιγμένοι αγγιγμένες αγγιγμένα
γενική αγγιγμένων αγγιγμένων αγγιγμένων
αιτιατική αγγιγμένους αγγιγμένες αγγιγμένα
κλητική αγγιγμένοι αγγιγμένες αγγιγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγγίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγγιγμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν αγγίξει


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]