αγγλοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]αγγλοποιώ, αόρ.: αγγλοποίησα, παθ.φωνή: αγγλοποιούμαι, π.αόρ.: αγγλοποιήθηκα, μτχ.π.π.: αγγλοποιημένος
αγγλοποιώ, αόρ.: αγγλοποίησα, παθ.φωνή: αγγλοποιούμαι, π.αόρ.: αγγλοποιήθηκα, μτχ.π.π.: αγγλοποιημένος