αγγλόγλωσσος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋˈglo.ɣlo.sos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αγ‐γλό‐γλωσ‐σος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγγλόγλωσσος, -η, -ο
- που χρησιμοποιεί, μιλά ή είναι γραμμένος στα αγγλικά
- ※ Αγγλόγλωσσος, μιλάει λίγα ισπανικά και καλά γαλλικά «με λίγη αγγλική προφορά, καθώς φαίνεται», όπως λέει ο ίδιος χαριτολογώντας.
- Στ. Ευσταθιάδης, Ο γραφειοκράτης του ΟΗΕ, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Αγγλόγλωσσος, μιλάει λίγα ισπανικά και καλά γαλλικά «με λίγη αγγλική προφορά, καθώς φαίνεται», όπως λέει ο ίδιος χαριτολογώντας.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγλόγλωσσος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγγλόγλωσσος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αγγλόγλωσσος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγγλό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γλωσσος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)