αγγουροντομάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγγουροντομάτα οι αγγουροντομάτες
      γενική της αγγουροντομάτας
    αιτιατική την αγγουροντομάτα τις αγγουροντομάτες
     κλητική αγγουροντομάτα αγγουροντομάτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγουροντομάτα < αγγούρι[1] + -ο- + ντομάτα[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋ.ɟu.ɾɔ.dɔ.ˈma.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγουροντομάτα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]