αγγουρόσουπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγγουρόσουπα οι αγγουρόσουπες
      γενική της αγγουρόσουπας
    αιτιατική την αγγουρόσουπα τις αγγουρόσουπες
     κλητική αγγουρόσουπα αγγουρόσουπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγουρόσουπα < αγγούρι + σούπα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγουρόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά αγγούρια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]