αγελαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγελαίος αγελαία αγελαίο
γενική αγελαίου αγελαίας αγελαίου
αιτιατική αγελαίο αγελαία αγελαίο
κλητική αγελαίε αγελαία αγελαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγελαίοι αγελαίες αγελαία
γενική αγελαίων αγελαίων αγελαίων
αιτιατική αγελαίους αγελαίες αγελαία
κλητική αγελαίοι αγελαίες αγελαία


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγελαίος < αρχαία ελληνική ἀγελαῖος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγελαίος -α -ο

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην αγέλη
  2. που συμπεριφέρεται όπως ο όχλος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]