Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγελαδοτροφία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγελαδοτροφία οι αγελαδοτροφίες
      γενική της αγελαδοτροφίας των αγελαδοτροφιών
    αιτιατική την αγελαδοτροφία τις αγελαδοτροφίες
     κλητική αγελαδοτροφία αγελαδοτροφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγελαδοτροφία < αγελαδοτρόφ(ος) + -ία[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝe.la.ðo.tɾoˈfi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγελαδοτροφία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγελαδοτροφία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]