Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγερμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγερμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγερμός οι αγερμοί
      γενική του αγερμού των αγερμών
    αιτιατική τον αγερμό τους αγερμούς
     κλητική αγερμέ αγερμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγερμός < αρχαία ελληνική ἀγερμός (έρανος, συγκέντρωση χρημάτων για τους θεούς)[1] < αρχαία ελληνική ἀγείρω θέμα ἀ-γερ- + -μος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝeɾˈmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγερμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγερμός αρσενικό

  1. (λαογραφία) έθιμο επίσκεψης σε σπίτια σε ημέρες εορτών για να τραγουδηθούν κάλαντα και να δοθούν ευχές
  2. (συνεκδοχικά, στον πληθυντικό) τα άσματα, τα κάλαντα του εθίμου
      Πρόκειται για έθιμα συμποσίου στα μνήματα των νεκρών την εβδομάδα της Πεντηκοστής (το Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή) αλλά και σε άλλα εποχικά/εορταστικά συμφραζόμενα κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης, αντιλήψεις για την εμφάνιση των νεκρών, βλαπτικών νεράιδων, πνευμάτων των λιμνών, καθώς και εκστατικοί χοροί, μεταμφιέσεις και αγερμοί.
    Γιώργος Δεληγιαννάκης (2021). H υστερορωμαϊκή καταγωγή των εθίμων του Κατακλυσμού στην Κύπρο. Μια νέα υπόθεση εργασίας. Βυζαντινά Σύμμεικτα, 31, 219–240.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αγερμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)