αγερμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀγερμός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγερμός οι αγερμοί
      γενική του αγερμού των αγερμών
    αιτιατική τον αγερμό τους αγερμούς
     κλητική αγερμέ αγερμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγερμός < αρχαία ελληνική ἀγερμός (έρανος, συγκέντρωση χρημάτων για τους θεούς) < αρχαία ελληνική ἀγείρω θέμα ἀ-γερ- + -μος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ʝεɾˈmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγερμός αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]