αγευσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγευσία | οι | αγευσίες |
| γενική | της | αγευσίας | των | αγευσιών |
| αιτιατική | την | αγευσία | τις | αγευσίες |
| κλητική | αγευσία | αγευσίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγευσία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική ageusia < a- + αρχαία ελληνική γεῦσις + -ia[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝeˈfsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γευ‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγευσία θηλυκό
- (ιατρική) η απώλεια γεύσης
- ※ Τα κύρια συμπτώματα της μακράς COVID-19 ήταν η ανοσμία, η αγευσία, η κόπωση καθώς και τα αναπνευστικά συμπτώματα, σύμφωνα με τη μελέτη COMMUNITY.
- Θεοδώρα Τσώλη, Κορωνοϊός : Ενας στους δέκα με μακροπρόθεσμα συμπτώματα 8 μήνες μετά από ήπια νόσηση, Το Βήμα, 10 Απριλίου 2021
- ※ Τα κύρια συμπτώματα της μακράς COVID-19 ήταν η ανοσμία, η αγευσία, η κόπωση καθώς και τα αναπνευστικά συμπτώματα, σύμφωνα με τη μελέτη COMMUNITY.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγευσία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγευσία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)