Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγευσία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγευσία οι αγευσίες
      γενική της αγευσίας των αγευσιών
    αιτιατική την αγευσία τις αγευσίες
     κλητική αγευσία αγευσίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγευσία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική ageusia < a- + αρχαία ελληνική γεῦσις + -ia[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝeˈfsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγευσία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγευσία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγευσία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)