Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιάζι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγιάζι τα αγιάζια
      γενική
    αιτιατική το αγιάζι τα αγιάζια
     κλητική αγιάζι αγιάζια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιάζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ayaz + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝa.zi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιάζι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγιάζι ουδέτερο

  1. (άνεμος) διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία
      Βράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, με το αγιάζι και την υγρασία να διαπερνούν ολόκληρο το κορμί.
    Η «επόμενη ημέρα» άργησε τέσσερις μήνες, Το Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008
  2. (μετεωρολογία) πάχνη
     συνώνυμα: δροσόπαγος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγιάζι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)