αγιάζι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγιάζι | τα | αγιάζια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | αγιάζι | τα | αγιάζια |
| κλητική | αγιάζι | αγιάζια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιάζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ayaz + -ι[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈʝa.zi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γιά‐ζι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιάζι ουδέτερο
- (άνεμος) διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία
- ※ Βράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, με το αγιάζι και την υγρασία να διαπερνούν ολόκληρο το κορμί.
- Η «επόμενη ημέρα» άργησε τέσσερις μήνες, Το Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008
- ※ Βράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, με το αγιάζι και την υγρασία να διαπερνούν ολόκληρο το κορμί.
- (μετεωρολογία) πάχνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πάχνη
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιάζι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιάζι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Άνεμοι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)