αγιάσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αγιάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγιάζω
  2. θα αγιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγιάζω
  3. να αγιάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω