αγιάτρευτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιάτρευτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈʝa.tɾe.ftos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γιά‐τρευ‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγιάτρευτος, -η, -ο
- (προφορικό) ο αθεράπευτος
- ※ Ανείπωτη πίκρα και αγιάτρευτος ο πόνος για τα παιδιά που χάθηκαν τόσο μα τόσο άδικα.
- «Αδέρφια ζείτε εσείς μας οδηγείτε»: 38 χρόνια μετά, ήταν όλοι εκεί, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2019
- ※ Ανείπωτη πίκρα και αγιάτρευτος ο πόνος για τα παιδιά που χάθηκαν τόσο μα τόσο άδικα.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αγιάτρευτα (επίρρημα)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιάτρευτος
|
→ δείτε τη λέξη αθεράπευτος |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιάτρευτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιάτρευτος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αγιάτρευτος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)