Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιάτρευτος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγιάτρευτος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγιάτρευτος η αγιάτρευτη το αγιάτρευτο
      γενική του αγιάτρευτου της αγιάτρευτης του αγιάτρευτου
    αιτιατική τον αγιάτρευτο την αγιάτρευτη το αγιάτρευτο
     κλητική αγιάτρευτε αγιάτρευτη αγιάτρευτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγιάτρευτοι οι αγιάτρευτες τα αγιάτρευτα
      γενική των αγιάτρευτων των αγιάτρευτων των αγιάτρευτων
    αιτιατική τους αγιάτρευτους τις αγιάτρευτες τα αγιάτρευτα
     κλητική αγιάτρευτοι αγιάτρευτες αγιάτρευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιάτρευτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝa.tɾe.ftos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιάτρευτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγιάτρευτος, -η, -ο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]