αγιάτρευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλίνεται όπως το ανώμαλος οξύφωνου-οξυφώνου κι όχι σαν το καλός ή όμορφος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αγιάτρευτος, -η, -ο

ο καημός του ήταν αγιάτρευτος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]