αγιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγιασμένος αγιασμένη αγιασμένο
γενική αγιασμένου αγιασμένης αγιασμένου
αιτιατική αγιασμένο αγιασμένη αγιασμένο
κλητική αγιασμένε αγιασμένη αγιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγιασμένοι αγιασμένες αγιασμένα
γενική αγιασμένων αγιασμένων αγιασμένων
αιτιατική αγιασμένους αγιασμένες αγιασμένα
κλητική αγιασμένοι αγιασμένες αγιασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιασμένος < αγιάζω + -μένος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγιασμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγιάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]