αγιασματάρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγιασματάρι | τα | αγιασματάρια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | αγιασματάρι | τα | αγιασματάρια |
| κλητική | αγιασματάρι | αγιασματάρια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιασματάρι < → δείτε τις λέξεις αγιασματάριο και Ἁγιασματάριον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝa.zmaˈta.ri/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐για‐σμα‐τά‐ρι - συγκρίνετε με το αγιασματάριο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιασματάρι ουδέτερο
- (χριστιανισμός, λαϊκότροπο) σκεύος για το νερό του αγιασμού
- ≈ συνώνυμα: αγιασματάριο (πιο επίσημο), αγιασματερό (διαλεκτικό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιασματάρι
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιασματάριο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αγιασματάρι - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)