αγιαστούρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγιαστούρα | οι | αγιαστούρες |
| γενική | της | αγιαστούρας | — | |
| αιτιατική | την | αγιαστούρα | τις | αγιαστούρες |
| κλητική | αγιαστούρα | αγιαστούρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιαστούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἁγιαστούρ(ιν), αμάρτυρος τύπος του ἁγιαστήριν < ελληνιστική κοινή ἁγιαστ(ήριον) (ιερός χώρος) + -ούριον[1][2][3]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝaˈstu.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐για‐στού‐ρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιαστούρα θηλυκό
- (χριστιανισμός) μάτσο βασιλικού που χρησιμοποιείται από τον ιερέα για να ραντίσει με αγιασμό
- άλλες μορφές: αγιαστήρα
- ※ Έβγαζαν το φέρετρο, ενώ ο παπάς έψελνε, το έδεναν με σχοινιά, το έσερναν, εκείνο κατέβαινε γλιστρώντας, έφτανε στον πάτο του λάκκου, ο ιερέας κουνούσε την αγιαστούρα του και η πρώτη φτυαριά χώμα έπεφτε κιόλας πάνω στην κάσα.
- Αλμπέρ Καμύ, Η Πανούκλα, (μτφ. Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ), Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008
- (σπάνιο, μεταφορικά, ειρωνικό) έπαινος, ο οποίος συνοδεύεται από υπερβολές ο οποίος έχει ως σκοπό την κολακεία
Επειδή ξέρω ότι θα ξεκινήσεις την αγιαστούρα για να σε πάρω μαζί μου, σου λέω από τώρα: όχι.
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη άγιος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιαστούρα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιαστούρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ s.v. «άγιος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ αγιαστήρα, αγιαστούρα - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιαστούρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)