αγιαστούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγιαστούρα οι αγιαστούρες
      γενική της αγιαστούρας
    αιτιατική την αγιαστούρα τις αγιαστούρες
     κλητική αγιαστούρα αγιαστούρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιαστούρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγιαστούρα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]