Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιοβασιλιάτικος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγιοβασιλιάτικος η αγιοβασιλιάτικη το αγιοβασιλιάτικο
      γενική του αγιοβασιλιάτικου της αγιοβασιλιάτικης του αγιοβασιλιάτικου
    αιτιατική τον αγιοβασιλιάτικο την αγιοβασιλιάτικη το αγιοβασιλιάτικο
     κλητική αγιοβασιλιάτικε αγιοβασιλιάτικη αγιοβασιλιάτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγιοβασιλιάτικοι οι αγιοβασιλιάτικες τα αγιοβασιλιάτικα
      γενική των αγιοβασιλιάτικων των αγιοβασιλιάτικων των αγιοβασιλιάτικων
    αιτιατική τους αγιοβασιλιάτικους τις αγιοβασιλιάτικες τα αγιοβασιλιάτικα
     κλητική αγιοβασιλιάτικοι αγιοβασιλιάτικες αγιοβασιλιάτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιοβασιλιάτικος < αγιο-Βασίλ(ης) + -ιάτικος [1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝo.va.siˈʎa.ti.kos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιοβασιλιάτικος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγιοβασιλιάτικος, -η, -ο

  1. σχετικός με τη γιορτή του Αγίου Βασίλείου και την πρωτοχρονιά
     συνώνυμα: πρωτοχρονιάτικος
  2. χαμηλής ποιότητας και αξίας, που μοιάζει περισσότερο με φτηνό παιχνίδι παρά με αξιόπιστο προϊόν
    παράδειγμα  Τι υπολογιστής είναι αυτός που αγόρασες; Αγιοβασιλιάτικος είναι;

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]