αγιοβασιλιάτικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιοβασιλιάτικος < αγιο-Βασίλ(ης) + -ιάτικος [1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝo.va.siˈʎa.ti.kos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γιο‐βα‐σι‐λιά‐τι‐κος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγιοβασιλιάτικος, -η, -ο
- σχετικός με τη γιορτή του Αγίου Βασίλείου και την πρωτοχρονιά
- χαμηλής ποιότητας και αξίας, που μοιάζει περισσότερο με φτηνό παιχνίδι παρά με αξιόπιστο προϊόν
Τι υπολογιστής είναι αυτός που αγόρασες; Αγιοβασιλιάτικος είναι;
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιοβασιλιάτικος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιοβασιλιάτικος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αγιοβασιλιάτικος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιοβασιλιάτικος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)