Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιογράφηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγιογράφηση οι αγιογραφήσεις
      γενική της αγιογράφησης* των αγιογραφήσεων
    αιτιατική την αγιογράφηση τις αγιογραφήσεις
     κλητική αγιογράφηση αγιογραφήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αγιογραφήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιογράφηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγιογράφησις.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + -γράφηση.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝi.oˈɣɾa.fi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιογράφηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγιογράφηση θηλυκό

  1. η διακόσμηση ενός ναού με αγιογραφίες
      Συνεχίζεται ο σχεδιασμός για την αγιογράφηση του Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου στο Σημείο Μηδέν της Νέας Υόρκης, με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο να επισημαίνει σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «θα αποτελεί έναν επίγειο παράδεισο για όλες και για όλους».
    Νέα Υόρκη : Συνεχίζεται ο σχεδιασμός για την αγιογράφηση του Ι.Ν. Αγ. Νικολάου, Το Βήμα, 26 Οκτωβρίου 2020
  2. (μεταφορικά) η εξιδανίκευση συνήθως ενός ατόμου

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]