αγιογραφήσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αγιογραφήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
  2. θα αγιογραφήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγιογραφώ

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

αγιογραφήσεις θηλυκό

  1. αγιογράφηση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού