αγιοκατατάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιοκατατάσσω < αγιο- + κατατάσσω

Ρήμα[επεξεργασία]

αγιοκατατάσσω (παθητική φωνή: αγιοκατατάσσομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]