αγιοποιούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος αγιοποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγιοποιούμαι

  1. μου δίνουν αγαθές διαστάσεις που δεν διαθέτω, αφαιρούν οτιδήποτε αρνητικό και με παρουσιάζουν ως απολύτως καλό και αγαθό, δίχως ίχνος εγωϊσμού και κακίας
  2. με καθιστούν άγιο σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας στην οποία ανήκω

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]