αγιοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἁγιοποιῶ [1] / ἁγιοποιέω Συγχρονικά αναλύεται σε αγιο- + -ποιώ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝi.o.piˈo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γι‐ο‐ποι‐ώ
Ρήμα
[επεξεργασία]αγιοποιώ, αόρ.: αγιοποίησα, παθ.φωνή: αγιοποιούμαι, π.αόρ.: αγιοποιήθηκα, μτχ.π.π.: αγιοποιημένος
- (χριστιανισμός, κυριολεκτικά) ανακηρύσσω κάποιον άγιο
- ※ Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.
- Α. Λιάκος, Ο Ιανός του Βατικανού, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.
- (μεταφορικά) εξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο
- ※ Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερούλη» στην παλιά πρωτεύουσά τους.
- ΠΡΟΣΩΠΑ – ΕΙΔΗΣΕΙΣ – ΓΕΓΟΝΟΤΑ, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερούλη» στην παλιά πρωτεύουσά τους.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αγιοποιώ | αγιοποιούσα | θα αγιοποιώ | να αγιοποιώ | αγιοποιώντας | |
| β' ενικ. | αγιοποιείς | αγιοποιούσες | θα αγιοποιείς | να αγιοποιείς | (αγιοποίει) | |
| γ' ενικ. | αγιοποιεί | αγιοποιούσε | θα αγιοποιεί | να αγιοποιεί | ||
| α' πληθ. | αγιοποιούμε | αγιοποιούσαμε | θα αγιοποιούμε | να αγιοποιούμε | ||
| β' πληθ. | αγιοποιείτε | αγιοποιούσατε | θα αγιοποιείτε | να αγιοποιείτε | αγιοποιείτε | |
| γ' πληθ. | αγιοποιούν(ε) | αγιοποιούσαν(ε) | θα αγιοποιούν(ε) | να αγιοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αγιοποίησα | θα αγιοποιήσω | να αγιοποιήσω | αγιοποιήσει | ||
| β' ενικ. | αγιοποίησες | θα αγιοποιήσεις | να αγιοποιήσεις | αγιοποίησε | ||
| γ' ενικ. | αγιοποίησε | θα αγιοποιήσει | να αγιοποιήσει | |||
| α' πληθ. | αγιοποιήσαμε | θα αγιοποιήσουμε | να αγιοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | αγιοποιήσατε | θα αγιοποιήσετε | να αγιοποιήσετε | αγιοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | αγιοποίησαν αγιοποιήσαν(ε) |
θα αγιοποιήσουν(ε) | να αγιοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αγιοποιήσει | είχα αγιοποιήσει | θα έχω αγιοποιήσει | να έχω αγιοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αγιοποιήσει | είχες αγιοποιήσει | θα έχεις αγιοποιήσει | να έχεις αγιοποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αγιοποιήσει | είχε αγιοποιήσει | θα έχει αγιοποιήσει | να έχει αγιοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αγιοποιήσει | είχαμε αγιοποιήσει | θα έχουμε αγιοποιήσει | να έχουμε αγιοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αγιοποιήσει | είχατε αγιοποιήσει | θα έχετε αγιοποιήσει | να έχετε αγιοποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αγιοποιήσει | είχαν αγιοποιήσει | θα έχουν αγιοποιήσει | να έχουν αγιοποιήσει |
| |
- Παθητική φωνή → λείπει η κλίση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανακηρύσσω κάποιον άγιο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιοποιώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αγιοποιώ - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγιο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)