αγιοποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιοποιώ < άγιος + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγιοποιώ (παθητική φωνή: αγιοποιούμαι)

  1. ανακηρύσσω κάποιον άγιο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]