Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιωνύμιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγιωνύμιο τα αγιωνύμια
      γενική του αγιωνύμιου
& αγιωνυμίου
των αγιωνύμιων
& αγιωνυμίων
    αιτιατική το αγιωνύμιο τα αγιωνύμια
     κλητική αγιωνύμιο αγιωνύμια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιωνύμιο < (άγιος) αγι- + -ωνύμιο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝi.oˈni.mi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιωνύμιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγιωνύμιο ουδέτερο

  • ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από όνομα αγίου (όπως κάποια εκκλησία, ξωκλήσι κ.λπ.)
    παράδειγμα Πολλές φορές ένα αγιωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξη ενός παλιού μοναστηριού στην περιοχή, ακόμα κι αν ο ναός δεν σώζεται πια.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]