αγιωνύμιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αγιωνύμιο | τα | αγιωνύμια |
| γενική | του | αγιωνύμιου & αγιωνυμίου |
των | αγιωνύμιων & αγιωνυμίων |
| αιτιατική | το | αγιωνύμιο | τα | αγιωνύμια |
| κλητική | αγιωνύμιο | αγιωνύμια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝi.oˈni.mi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γι‐ω‐νύ‐μι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιωνύμιο ουδέτερο
- ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από όνομα αγίου (όπως κάποια εκκλησία, ξωκλήσι κ.λπ.)
Πολλές φορές ένα αγιωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξη ενός παλιού μοναστηριού στην περιοχή, ακόμα κι αν ο ναός δεν σώζεται πια.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιωνύμιο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- αγιωνύμιο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγι- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωνύμιο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)