αγιόκλημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιόκλημα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁγιόκλημα με παρετυμολογική σύνδεση προς το ἅγιος < αἰγόκλημα < αἴξ, αἰγ(ός) (κατσίκα) + -ό- + κλῆμα[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈʝo.kli.ma/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γιό‐κλη‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιόκλημα ουδέτερο
- (βοτανική, λουλούδι) αναρριχητικό φυτό του γένους Lonicera με ευωδιαστά άνθη
- ※ Το αγιόκλημα, τα λουλούδια του βάλτου, η μανόλια και η μυστηριώδης μυρωδιά του ποταμού μύριζαν την ατμόσφαιρα, ενισχύοντας την εισβολή της οργανικής αθλιότητας. Ήταν αφροδισιακή και καταπιεστική, απαλή και βίαιη ταυτόχρονα.
- Έφη Αλεβίζου, Η ευωδιά της Αθήνας – Ξύστε και μυρίστε, Το Βήμα, 25 Μαΐου 2024
- ※ Το αγιόκλημα, τα λουλούδια του βάλτου, η μανόλια και η μυστηριώδης μυρωδιά του ποταμού μύριζαν την ατμόσφαιρα, ενισχύοντας την εισβολή της οργανικής αθλιότητας. Ήταν αφροδισιακή και καταπιεστική, απαλή και βίαιη ταυτόχρονα.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
αγιόκλημα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιόκλημα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιόκλημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιόκλημα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Λουλούδια (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)