αγκάθι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγκάθι αγκάθια
γενική αγκαθιού αγκαθιών
αιτιατική αγκάθι αγκάθια
κλητική αγκάθι αγκάθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκάθι < μεσαιωνικό ἀκάνθιν < αρχαίο ἀκάνθιον, υποκοριστικό του ἄκανθα < ἀκή, λεπτή άκρη

Open book 01.svg ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγκάθι ουδέτερο

  1. αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει απο τους εχθρούς τους
  2. (συνεκδοχικά) κάθε φυτό που έχει αγκάθια, κυρίως στο άνθος του
  3. το κόκαλο του σκελετού των ψαριών
  4. κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στα εχινόδερμα εφόσον είναι σκληρή
  5. κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στους σκαντζόχοιρους
  6. (μεταφορικά) μεγάλη ενόχληση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Nuvola apps noatun.png ΣύνθεταΕπεξεργασία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης Επεξεργασία

  • ἀκή για περισσότερες συγγενικές λέξεις

32πχ ΜεταφράσειςΕπεξεργασία