Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκάθινος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγκάθινος η αγκάθινη το αγκάθινο
      γενική του αγκάθινου της αγκάθινης του αγκάθινου
    αιτιατική τον αγκάθινο την αγκάθινη το αγκάθινο
     κλητική αγκάθινε αγκάθινη αγκάθινο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγκάθινοι οι αγκάθινες τα αγκάθινα
      γενική των αγκάθινων των αγκάθινων των αγκάθινων
    αιτιατική τους αγκάθινους τις αγκάθινες τα αγκάθινα
     κλητική αγκάθινοι αγκάθινες αγκάθινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκάθινος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκάνθινος[1] (με προσαρμογή στην δημοτική)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋˈga.θi.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκάθινος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγκάθινος, -η, -ο

  • που είναι φτιαγμένος από αγκάθια
    παράδειγμα φόρεσαν στο Χριστό ένα αγκάθινο στεφάνι

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγκάθινος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)