Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκίστρι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αγκίστρι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγκίστρι τα αγκίστρια
      γενική του αγκιστριού των αγκιστριών
    αιτιατική το αγκίστρι τα αγκίστρια
     κλητική αγκίστρι αγκίστρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τρία αγκίστρια.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκίστρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκίστριν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγκίστριον, υποκοριστικό < αρχαία ελληνική ἄγκιστρον[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋˈɟi.stɾi/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκίστρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγκίστρι ουδέτερο

  • (αλιεία) μικρό μεταλλικό σύρμα, σε σχήμα γάντζου, με μια ανάποδη προεξοχή στην άκρη του, που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα
    παράδειγμα Ο ψαράς πέρασε με προσοχή το δόλωμα στο αγκίστρι για να είναι σίγουρος ότι δεν θα ξεκολλήσει μόλις πέσει στο νερό.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγκίστρι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)