αγκαζάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκαζάρω < γαλλική engager

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγκαζάρω

  1. δεσμεύω κάποιον με πρόσκληση, την οποία αποδέχτηκε, ή αποσπώντας εκ των προτέρων την υπόσχεσή του
  2. αποκτώ δικαιώματα προτεραιότητας
  3. προαγοράζω, καπαρώνω, εξασφαλίζω για τον εαυτό μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]