αγκαθώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκαθώνω < αγκάθι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγκαθώνω

  1. αγκαθιάζω.
  2. περιφράσσω (π.χ. κήπο) με αγκαθωτά φυτά για προστασία από τα ζώα.

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]