αγκαλιαστεί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αγκαλιαστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
  2. θα αγκαλιαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγκαλιάζομαι
  3. να αγκαλιαστεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι