αγκειάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκειάζω < άγκειος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγκειάζω

  1. (σε γ' ενικό) αγκειάζει˙ για τόπο που εκ φύσεως προφυλάσσεται από τον άνεμο ή τη βροχή
  2. (ως προσωπικό ρήμα) καταφεύγω σε μέρος κατάλληλο να με προστατέψει από τον άνεμο ή τη βροχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]