αγκιστρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγκιστρωμένος αγκιστρωμένη αγκιστρωμένο
γενική αγκιστρωμένου αγκιστρωμένης αγκιστρωμένου
αιτιατική αγκιστρωμένο αγκιστρωμένη αγκιστρωμένο
κλητική αγκιστρωμένε αγκιστρωμένη αγκιστρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγκιστρωμένοι αγκιστρωμένες αγκιστρωμένα
γενική αγκιστρωμένων αγκιστρωμένων αγκιστρωμένων
αιτιατική αγκιστρωμένους αγκιστρωμένες αγκιστρωμένα
κλητική αγκιστρωμένοι αγκιστρωμένες αγκιστρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκιστρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγκιστρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγκιστρωμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]