αγκιτάτσια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγκιτάτσια | οι | αγκιτάτσιες |
| γενική | της | αγκιτάτσιας | — | |
| αιτιατική | την | αγκιτάτσια | τις | αγκιτάτσιες |
| κλητική | αγκιτάτσια | αγκιτάτσιες | ||
| Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο. Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.giˈta.t͡si.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γκι‐τά‐σι‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγκιτάτσια θηλυκό
- προπαγάνδα που αποσκοπεί στην παρακίνηση των μαζών σε κινητοποίηση (με λόγους, καταγγελίες, συνθήματα, συλλαλητήρια, πορείες κ.λπ.) για διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
- ※ Παρά την αγκιτάτσια μελών του πληρώματος πολλοί από τους αξιωματικούς και τους ναύτες δεν διαπνέονται από επαναστατικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
- Ξ. Σπηλιωτόπουλος, Το θωρηκτό που γκρέμισε μια αυτοκρατορία, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Παρά την αγκιτάτσια μελών του πληρώματος πολλοί από τους αξιωματικούς και τους ναύτες δεν διαπνέονται από επαναστατικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
- (γενικότερα) κάθε υποκίνηση για ανάληψη δράσης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αγκιτάτσια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αγκιτάτσια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ρωσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)