Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκιτάτσια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκιτάτσια οι αγκιτάτσιες
      γενική της αγκιτάτσιας
    αιτιατική την αγκιτάτσια τις αγκιτάτσιες
     κλητική αγκιτάτσια αγκιτάτσιες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκιτάτσια < ρωσική агитация < λατ. agitatio (=παρότρυνση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.giˈta.t͡si.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκιτάσια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγκιτάτσια θηλυκό

  1. προπαγάνδα που αποσκοπεί στην παρακίνηση των μαζών σε κινητοποίηση (με λόγους, καταγγελίες, συνθήματα, συλλαλητήρια, πορείες κ.λπ.) για διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
      Παρά την αγκιτάτσια μελών του πληρώματος πολλοί από τους αξιωματικούς και τους ναύτες δεν διαπνέονται από επαναστατικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
    Ξ. Σπηλιωτόπουλος, Το θωρηκτό που γκρέμισε μια αυτοκρατορία, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
  2. (γενικότερα) κάθε υποκίνηση για ανάληψη δράσης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]