αγκιτάτσια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκιτάτσια οι αγκιτάτσιες
      γενική της αγκιτάτσιας
    αιτιατική την αγκιτάτσια τις αγκιτάτσιες
     κλητική αγκιτάτσια αγκιτάτσιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκιτάτσια < ρωσική агитация < λατ. agitatio (=παρότρυνση)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκιτάτσια θηλυκό

  1. προπαγάνδα που αποσκοπεί στην παρακίνηση των μαζών σε κινητοποίηση (με λόγους, καταγγελίες, συνθήματα, συλλαλητήρια, πορείες κ.λπ.) για διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
  2. (γενικότερα) κάθε υποκίνηση για ανάληψη δράσης


Μεταφράσεις[επεξεργασία]