αγκούσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκούσα οι αγκούσες
      γενική της αγκούσας
    αιτιατική την αγκούσα τις αγκούσες
     κλητική αγκούσα αγκούσες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκούσα < Μεσαιωνική λέξη αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανώς προέρχεται από το βεν. angossa, το οποίο ετυμολογείται από το λατ. angustia (= τά στενά, η στενοχωρία, αι πύλαι). Κατά τον Γ. Χατζιδάκι η λέξη είναι αρχαία ελληνική και αποτελεί παραφθορά του τύπου ογκούσα, μετοχής του ρήματος ογκούμαι (= συσσωρεύομαι, εξογκώνομαι).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκούσα θηλυκό

  • η δυσκολία αναπνοής , η δυσφορία λόγω ανεπάρκειας αέρα κατά την αναπνοή
  • η αίσθηση πνιγμού, πνιγμονή
  • επικίνδυνο αέριο ορυχείου ή πηγαδιού (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)
  • έλλειψη οξυγόνου σε πηγάδι ή σπήλαιο (στη ναξιακή διάλεκτο, χωρίς πληθυντικό)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]