αγκράφα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκράφα οι αγκράφες
      γενική της αγκράφας των αγκραφών
    αιτιατική την αγκράφα τις αγκράφες
     κλητική αγκράφα αγκράφες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκράφα < γαλλική agrafe

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκράφα θηλυκό

  1. το μεταλλικό εξάρτημα που συνδέει τις δύο άκρες μιας ζώνης για τη μέση ή σε ένα λουράκι για ρολόι, παπούτσι κτλ.
     συνώνυμα: πόρπη
  2. καρφίτσα (κόσμημα) για ρούχα ή αξεσουάρ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]