Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκυλοστομίαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκυλοστομίαση οι αγκυλοστομιάσεις
      γενική της αγκυλοστομίασης* των αγκυλοστομιάσεων
    αιτιατική την αγκυλοστομίαση τις αγκυλοστομιάσεις
     κλητική αγκυλοστομίαση αγκυλοστομιάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αγκυλοστομιάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκυλοστομίαση <Αγκυλόστομα + -ίαση[1], γαλλική ankylostomiase ή αγγλική ancylostomiasis[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.ɟi.lo.stoˈmi.a.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκυλοστομίαση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγκυλοστομίαση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αγκυλοστομίαση -  Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αγκυλοστομίαση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)