αγκυλοστομίαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αγκυλοστομίαση | οι | αγκυλοστομιάσεις |
| γενική | της | αγκυλοστομίασης* | των | αγκυλοστομιάσεων |
| αιτιατική | την | αγκυλοστομίαση | τις | αγκυλοστομιάσεις |
| κλητική | αγκυλοστομίαση | αγκυλοστομιάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αγκυλοστομιάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγκυλοστομίαση <Αγκυλόστομα + -ίαση[1], γαλλική ankylostomiase ή αγγλική ancylostomiasis[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋ.ɟi.lo.stoˈmi.a.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γκυ‐λο‐στο‐μί‐α‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγκυλοστομίαση θηλυκό
- (ιατρική) βαριά μολυσματική πάθηση του επιθηλίου του λεπτού εντέρου του ανθρώπου που προκαλείται από τον νηματοσκώληκα Αγκυλόστομα, προκαλώντας λήθαργο και αναιμία
- ※ Η αγκυλοστομίαση είναι μια από τις συχνότερες παρασιτικές λοιμώξεις παγκοσμίως, αν και είναι σπάνια στις ανεπτυγμένες χώρες με καλά συστήματα υγιεινής.
- Τα Συμπτώματα της Αγκυλοστομίασης, biomedicus.gr
- ※ Η αγκυλοστομίαση είναι μια από τις συχνότερες παρασιτικές λοιμώξεις παγκοσμίως, αν και είναι σπάνια στις ανεπτυγμένες χώρες με καλά συστήματα υγιεινής.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγκυλοστομίαση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγκυλοστομίαση - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αγκυλοστομίαση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίαση (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)