αγκυλόσαυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγκυλόσαυρος αγκυλόσαυροι
γενική αγκυλοσαύρου
& αγκυλόσαυρου
αγκυλοσαύρων
& αγκυλόσαυρων
αιτιατική αγκυλόσαυρο αγκυλοσαύρους
& αγκυλόσαυρους
κλητική αγκυλόσαυρε αγκυλόσαυροι
αναπαράσταση αγκυλόσαυρου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκυλόσαυρος < νεολατινική ankylosaurus < αρχαία ελληνική ἀγκύλος + -σαυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋ.ɟi.'lɔ.sa.vɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκυλόσαυρος αρσενικό

  1. (παλαιοντολογία) φυτοφάγος δεινόσαυρος της ύστερης Κρητιδικής περιόδου με οστέινες πλάκες, σαν πανοπλία, σε όλο του το σώμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]