αγκυλώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκυλώνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἀγκυλόω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγκυλώνω , πρτ.: αγκύλωνα, στ.μέλλ.: θα αγκυλώσω, αόρ.: αγκύλωσα, παθ.φωνή: αγκυλώνομαι, μτχ.π.π.: αγκυλωμένος

  1. τσιμπώ και προξενώ ελαφρό πόνο ή απλώς ενοχλώ
    δεν αντέχω αυτό το μάλλινο γιατί μ' αγκυλώνει
  2. (μεταφορικά) πληγώνω ψυχικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]