Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκυρώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκυρώνω < άγκυρα + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική verankern[1] ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ancrer[1])

αγκυρώνω

  1. (ναυτικός όρος) άλλη μορφή του αγκυροβολώ
  2. (τεχνολογία) αγκιστρώνω
  3. (μεταφορικά) σταθεροποιώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 αγκυρώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)